ΑΛΥΚΕΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ


Οι Αλυκές Λάρνακας είναι ένα μοναδικό τοπίο που διαμορφώθηκε από τη συνύπαρξη του ανθρώπου με τη φύση για χιλιάδες χρόνια. Η φυσική ομορφιά των αλυκών, το εξαιρετικής σημασίας οικοσύστημα και η ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά αποτελούν χαρακτηριστικά και αλληλένδετα στοιχεία του τόπου. Διαχρονικά, το φυσικό περιβάλλον διαμορφώθηκε από τον τοπικό πολιτισμό που κι αυτός με τη σειρά του επηρεάστηκε από τον υγρότοπο, με αποτέλεσμα να συνιστούν μία ολότητα, ένα σύνολο. Έτσι ακριβώς, σαν σύνολο, πρέπει να μελετώνται και να προστατεύονται. Ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή δεν είχαν ευεργετική επίδραση στο φυσικό περιβάλλον. Εδώ και μερικά χρόνια, πολλές επιβλαβείς ανθρωπογενείς παρεμβάσεις που είχαν υποβαθμίσει σημαντικά το τοπίο αντιμετωπίστηκαν. Όμως, η περιοχή των αλυκών μπορεί ακόμη να ωφεληθεί ποικιλοτρόπως μέσω στοχευμένων και ολοκληρωμένων προτάσεων για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας και την περαιτέρω ανάδειξη της πολιτιστικής της αξίας.
ΤΟΠΙΚΆ ΟΙΚΟΣΥΣΤΉΜΑΤΑ
Οι Αλυκές Λάρνακας, ένας από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Κύπρου και της Μεσογείου γενικότερα, βρίσκονται νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας και ανατολικά των χωριών Μενεού και Δρομολαξιάς. Η περιοχή των αλυκών, συνολικής έκτασης 1761 εκταρίων, περιλαμβάνει τη Μεγάλη Λίμνη (ή Αλυκή), τις λίμνες Ορφανή, Σορού και Αεροδρομίου, καθώς και τους υγροτόπους που τις περιβάλλουν. Το οικοσύστημα των Αλυκών Λάρνακας ανήκει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Natura 2000 και προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τους οικοτόπους (92/43/EEC) και το Νόμο περί Προστασίας και Διαχείρι[1]σης της Φύσης και της Άγριας Ζωής (153(Ι)/2003). Επιπλέον, από το 2001 η Μεγάλη Λίμνη έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο Ramsar ως υγρότοπος διεθνούς σημασίας. Η Σύμβαση Ramsar σκοπό έχει την προστασία και ορθολογική χρήση των υγροτόπων και των πόρων τους. Στο παρελθόν, το σύμπλεγμα των αλυκών ήταν ενωμένο με τη θά[1]λασσα, μια άποψη που υποστηρίζεται από διάφορα αρχαιολογικά και γεωλογικά ευρήματα. Οι Αλυκές Λάρνακας είναι επίσης γνωστές για τα πολλά είδη υδρόβιων αποδημητικών πουλιών όπως φλαμίνγκο, αγριόπαπιες, γλάρους, κ.ά. Όμως, το βασικότερο στοιχείο της διατροφικής αλυσίδας του οικοσυστήματος, στο οποίο βασίζονται τα περισσότερα είδη πανίδας για την επιβίωσή τους, είναι η μικρή γαρίδα της άρμης Αρτέμια (Artemia salina). Η διατάραξη των συνθηκών αναπαραγωγής και επιβίωσης της Αρτέμιας (π.χ. αλλαγές στις διακυ[1]μάνσεις της αλμυρότητας του νερού, μόλυνση, οικιστικές πιέσεις, κτλ.) ενδέχεται να έχει καταστροφικές συνέπειες για όλο το οικοσύστημα των αλυκών, και ιδιαίτερα για τους πληθυσμούς των πουλιών. Ένας ακόμη παράγοντας που συμβάλλει στην οικολογική ισορροπία της περιοχής είναι η διατήρηση του υδατικού ισοζυγίου μέσω της τροφοδότησης των λιμνών από τα όμβρια ύδατα, της επιφανειακής τους ροής από τις λεκάνες φυσικής απορροής, τις υπόγειες διαδρομές νερού, καθώς και από τους υδροφορείς και τις εισροές από υπόγεια στρώματα από τη θάλασσα.
ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΌΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΌΤΗΤΑ ΖΩΉΣ
Το οικοσύστημα των αλυκών ήταν ανέκαθεν σημαντικό για την περιοχή. Επηρέασε, δε, και την οικιστική ανάπτυξη της πόλης της Λάρνακας, με αποτέλεσμα ο υγρότοπος να δέχεται και τις ανάλογες πιέσεις. Περιφερειακά του οικοσυστήματος έχουν αναπτυχθεί το διεθνές αεροδρόμιο Λάρνακας, εγκαταστάσεις αφαλάτωσης, κτηνοτροφικές μονάδες και διάφορα άλλα έργα, που δεν είναι πάντοτε απόλυτα συμβατά με τον περιβαλλοντικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της περιοχής. Επιπλέον, ο χώρος απειλείται από την παράνομη πρόσβαση τροχοφόρων μέσα στις αλυκές κυρίως το καλοκαίρι και σε περιόδους που το μεγαλύτερο μέρος των αλυκών δεν καλύπτεται από νερό, καθώς και από την παράνομη ρίψη σκουπιδιών και διάφορων άλλων αδρανών υλικών. Από το 1997 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας λειτουργεί η Επιτροπή Προστασίας και Διαχείρισης των Αλυκών Λάρνακας, μέσω της οποίας λαμβάνονται μέτρα και προγραμματίζονται έργα για την προστασία και την αναβάθμιση του υγροτόπου. Στις ανάλογες δράσεις για τη βελτίωση και αποκατάσταση του οικοσυστήματος, συμπεριλαμβάνονται η περίφραξη σε αρκετά σημεία της Αλυκής για την αποφυγή εισόδου τροχοφόρων εντός της λίμνης και προστασία των αλοφύτων, η κατασκευή δύο παρατηρητηρίων, η απομάκρυνση του σκοπευτηρίου που λειτουργούσε δίπλα στην Αλυκή, ο συστηματικός καθαρισμός του υγροτόπου, αναλύσεις του νερού και του υποστρώματος των αλυκών και εκχερσώσεις ακακιών, ενός ξενικού είδους που επηρεάζει την ανάπτυξη των ιθαγενών ειδών.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΊ ΧΏΡΟΙ
Στην ευρύτερη περιοχή του Hala Sultan Tekke (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ), συναντά κανείς δύο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους. Ο πρώτος είναι ο προϊστορικός οικισμός της περιοχής του Hala Sultan Tekke, μια κοσμοπολίτικη πόλη-λιμάνι της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (2η χιλιετία π.Χ.), και ένα από τα πρώτα κέντρα όπου αναπτύχθηκε πολιτική οργάνωση στην Κύπρο. Η αρχαιολογική θέση είναι γνωστή σήμερα και ως Βυζακιά και βρίσκεται κοντά στο χωριό Δρομολαξιά. Διάφορες μελέτες υποδεικνύουν ότι στην αρχαιότητα η Αλυκή επικοινωνούσε με τη θάλασσα. Η αρχαία πόλη, χτισμένη δίπλα σε ένα φυσικό λιμάνι προστατευμένο από τους ανέμους, αποτελούσε ιδανική περιοχή για την ανάπτυξη του εμπορίου. Πλήθος εισαγομένων αντικειμένων από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα, τη Μινωική Κρήτη, την Ανατολία, την Αίγυπτο και την κεντρική Μεσόγειο μαρτυρούν την ευημερία που απολάμβανε η περιοχή και τις σχέσεις με ολόκληρο το μεσογειακό κόσμο. Από το 1971, ομάδα Σουηδών αρχαιολόγων διενεργούν συστηματικές ανασκαφές στην αρχαία πόλη-λιμάνι. Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως αριθμό τάφων με πλούσια κτερίσματα, όπως χρυσά κοσμήματα, μπρούτζινα δοχεία, δοχεία κατασκευασμένα από φαγεντιανή (πορώδης πηλός με επικάλυψη σμάλτου), καθώς και αντικείμενα από ελεφαντόδοντο. Επιπλέον, οι ανασκαφές αποκάλυψαν τμήμα του προϊστορικού οικισμού σε πλήρη άνθιση, ο οποίος διέθετε πολεοδομικό σχέδιο, συμπεριλάμβανε οικιστικά συγκροτήματα, πιθανότατα ένα ιερό, και μεταλλουργικά εργαστήρια για την επεξεργασία του χαλκού. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε ειρηνικά στο τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., καθώς το λιμάνι έκλεισε εξαιτίας προσχώσεων και οι εμπορικές δραστηριότητες σταμάτησαν. Ο πληθυσμός της πόλης μετακινήθηκε πιθανότατα προς τη γειτονική περιοχή του Κιτίου. Ο δεύτερος σημαντικός αρχαιολογικός χώρος βρέθηκε κατά τις εργασίες αποκατάστασης του Hala Sultan Tekke, το 2002, ακριβώς κάτω από την πτέρυγα του τεμένους όπου φιλοξενούνταν οι ιερείς και οι άνδρες επισκέπτες. Πρόκειται για ευρήματα της Ύστερης Αρχαϊκής, της Κλασικής και της Ελληνιστικής Εποχής. Μικρός αριθμός ειδωλίων, ενεπίγραφη ντόπια κεραμική (εγχάρακτη) και μεγάλες ποσότητες εισηγμένης αττικής ερυθρόμορφης κεραμικής με μυθολογικές παραστάσεις παρέχουν ενδείξεις ότι ο χώρος αυτός πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως ιερό από την 1η χιλιετία π.Χ. Στην ευρύτερη περιοχή των αλυκών βρέθηκε άγαλμα της Αρτέμιδας Παραλίας, και εικάζεται ότι στο χώρο λειτουργούσε το αντίστοιχο ιερό. Το ιερό πρέπει να ήταν μοναδικό, καθώς οι χώροι λατρείας της Αρτέμιδας βρίσκονται συνήθως στην ενδοχώρα. Το γεγονός ότι η Άρτεμις ήταν η θεά του κυνηγιού αποτελεί ένδειξη ότι ο χώρος ήταν ιδιαίτερα πλούσιος σε κυνήγι από την αρχαιότητα. Τα ερείπια του ιερού δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, το άγαλμα όμως (για το οποίο δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ακριβή θέση όπου ανακαλύφθηκε) είναι ιδιαίτερης ομορφιάς και εκτίθεται στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης στην Αυστρία. Τα κατάλοιπα ενός ακόμη σημαντικού ιερού της Κλασικής περιόδου, το οποίο ερευνήθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, βρίσκονται στο χώρο του παλιού αεροδρομίου Λάρνακας.
ΤΈΜΕΝΟΣ UM HARAM – HALA SULTAN TEKKE
Το τέμενος χτίστηκε το 648, στον τόπο που πέθανε η Um Haram πέφτοντας από ένα υποζύγιο κατά τη διάρκεια των πρώτων αραβικών επιδρομών στην Κύπρο. Σύμφωνα με την παράδοση, η Um Haram ήταν συγγενής του προφήτη Μωάμεθ. Ο μέγας χαλίφης Μοαβίας, ο οποίος ηγήθηκε της πρώτης αραβικής επιδρομής στην Κύπρο το 7ο αιώνα, μόλις έμαθε το θάνατο της Um Haram έδωσε διαταγή να κτιστεί το συγκεκριμένο τέμενος. Σήμερα, το Hala Sultan Tekke αποτελεί σημαντικό μέρος προσκυνήματος για τους Μουσουλμάνους. Κατατάσσεται σε σπουδαιότητα μετά τους ιερούς χώρους της Μέκκας, Μεδίνας και Αλ Ακσιά στην Ιερουσαλήμ. Το τέμενος ανακαινίστηκε για πρώτη φορά το 1816 και μετέπειτα το 2002 από το UNOPS (Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τις Υπηρεσίες Έργων).
ΟΙ ΑΛΥΚΈΣ ΚΑΙ Η ΣΥΛΛΟΓΉ ΤΟΥ ΑΛΑΤΙΟΎ
Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, όταν ο άγιος Λάζαρος έφτασε στην Κύπρο, επισκέφτηκε έναν αμπελώνα και ζήτησε ένα τσαμπί σταφύλι από μια γυναίκα για να ξεδιψάσει. Εκείνη, αντ’ αυτού, του πρόσφερε αλάτι. Τότε ο Λάζαρος την καταράστηκε, ο αμπελώνας ξεράθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκαν οι αλυκές της Λάρνακας. Ο ερχομός του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα υποδεικνύεται από τις σχετικές τοπικές παραδόσεις και, κυρίως, από την όμορφη βυζαντινή εκκλησία που κτίστηκε πάνω από τον τάφο του. Παρόλο που ο μετέπειτα πολιούχος της πόλης της Λάρνακας καταράστηκε την περιοχή των αλυκών, ο υγρότοπος εξελίχτηκε στα νεότερα χρόνια σε μία από τις σημαντικότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές του νησιού. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και κυρίως την περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κύπρο (1489-1571) το αλάτι συλλέγονταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες και αποτελούσε ένα από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού. Ως μονοπωλιακό είδος η συλλογή και πώλησή του ήταν απόλυτα ελεγχόμενη και φορολογούνταν με αυστηρότητα, καθώς ήταν βασικό στοιχείο της διατροφής αλλά είχε και επιπλέον χρήσεις, όπως η συντήρηση τροφίμων και η χρήση του στην παρασκευή ζωοτροφών, καθώς και στη βιοτεχνία. Η συλλογή του σταμάτησε το 1986.

